|
Η Πνευματική και Πολιτιστική Διάσταση της Ευρώπης
Ομάδα Προβληματισμού
με την πρωτοβουλία του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και συντονιστή το Ινστιτούτο Ανθρωπιστικών Επιστημών
Ινστιτούτο Ανθρωπιστικών Επιστημών
Βιέννη / Βρυξέλλες, Οκτώβριος 2004
Συμπεράσματα
Από τους Kurt Biedenkopf, Bronislaw Geremek και Krzysztof Michalski
Αυτή η έκθεση αντιπροσωπεύει μόνο την άποψη της Συμβουλευτικής Ομάδας Υψηλού Επιπέδου και δεν αντικατοπτρίζει απαραίτητα τις απόψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής .
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει διευρυνθεί εκτεταμένα κατά την τελευταία δεκαετία. Συγχρόνως όμως, η διαδικασία εμβάθυνσης συνεχίστηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε η Ένωση να σχεδιάζει να αποκτήσει ένα νέο δικό της Σύνταγμα.
Έχοντας υπ'όψιν αυτήν τη βαρυσήμαντη αλληλουχία γεγονότων, αισθάνθηκα ότι θα ήταν σημαντικό μια ομάδα πεφωτισμένων διανοουμένων, χωρίς κανέναν περιορισμό, να συσκεφθεί πάνω στο ρόλο τον οποίο θα μπορούσαν να διαδραματίσουν οι βαθύτατα ριζωμένες αξίες του κοινού ιστορικού μας υπόβαθρου, ως συνεκτικός παράγων αλληλοκατανόησης και αλληλεγγύης.
Η έκθεση που παρουσιάζεται στη συνέχεια, είναι ο καρπός του προβληματισμού της ομάδας αυτής.
Προσφέρει μια αντι-συμβατική διάγνωση, η οποία παραμένει ελεύθερη επιφανειακής κινδυνολογίας.
Θέτει ένα αριθμό ζητημάτων, ιδιαίτερα όσον αφορά στην ισχύ, πέρα από δηλώσεις αρχής, των δεσμών, την παρουσία, τη λανθάνουσα δύναμη εκείνου που τείνω να αποκαλέσω έμπνευση από θεμελιώδεις αξίες, στον πυρήνα του Ευρωπαϊκού εγχειρήματος και της καθημερινής του πρακτικής.
Αυτά είναι υγιή ερωτήματα και θα ήταν μεγάλο σφάλμα να τα αγνοήσουμε.
Η αποδοχή αυτής της αφετηρίας με πνεύμα ταπεινότητας, αποτελεί την προϋπόθεση, όπως τονίζει η Έκθεση, ούτως ώστε να εμφανιστούν νέοι δρόμοι προς διερεύνηση και νέες κατευθυντήριες γραμμές δράσης, τα οποία απαιτούν λεπτομερή μελέτη και σοβαρότατο προβληματισμό.
Αυτό δεν μπορεί και δεν θα αποτελέσει αποκλειστική προϋπόθεση για τη θεσμική συγκρότηση των Βρυξελλών.
Πρέπει να εξασφαλίσουμε τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών, των κέντρων εκμάθησης, μνήμης και έρευνας, των τόπων όπου εκφράζονται θρησκευτικές και ανθρωπιστικές πεποιθήσεις, των πολιτικών κομμάτων, συλλόγων κλπ, όλων διαπλεκομένων σε ένα πλαίσιο που θα είναι λιγότερο απομακρυσμένο από τα Κοινοβούλια και τους Θεσμούς.
Αυτό αποτελεί συγχρόνως σημαντικό στόχο και επιταγή για συγκεκριμένους τρόπους σκέψης και συμπεριφοράς που θα απευθύνονται σε όλες τις ενεργές δυνάμεις οι οποίες εργάζονται για τη δική μας Ευρώπη.
Ευχαριστώ θερμότατα όλες εκείνες τις προσωπικότητες οι οποίες, με τις τακτικές ενθουσιώδεις διαβουλεύσεις τους και την πολύτιμη προσωπική τους συμβολή, προσέφεραν τα μέγιστα στην εκπόνηση αυτής της Έκθεσης.
Επιθυμώ αυτή η Έκθεση να αποτελέσει ένα εφαλτήριο και θα εργασθώ προς αυτό το σκοπό.
Το εφαλτήριο για μια γενική συζήτηση ανά την Ευρώπη, προκειμένου να θέσουμε τις πνευματικές, θρησκευτικές και πολιτιστικές μας αξίες ακόμα πιο γερά στον πυρήνα ενός Ευρωπαϊκού εγχειρήματος που θα προσφέρει όλο και περισσότερα επιτεύγματα, όλο και περισσότερες υποσχέσεις.
Romano Prodi
Το Έργο της Ομάδας Προβληματισμού για την Πνευματική και Πολιτιστική Διάσταση της Ευρώπης
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Την άνοιξη του 2002, ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κ. Romano Prodi , ζήτησε από το Ινστιτούτο Ανθρωπιστικών Επιστημών στη Βιέννη να συγκροτήσει μια ομάδα Ευρωπαίων, προκειμένου να εξετάσουν τις αξίες οι οποίες έχουν ιδιαίτερη συνάφεια με τη συνεχιζόμενη διαδικασία της Ευρωπαϊκής ενοποίησης και να τον συμβουλεύσουν στον τομέα αυτό. Τα εν λόγω πρόσωπα έπρεπε να είναι ανεξάρτητα άτομα, όχι εκπρόσωποι πολιτικών κομμάτων, εκκλησιών ή άλλων οργανώσεων, πρόσωπα με πνευματικά διαπιστευτήρια, πολιτική εμπειρία και ανάστημα που θα υπερέβαινε εκείνο των πολιτικών κομμάτων στη χώρα τους.
Μέσα στις επόμενες εβδομάδες, η ομάδα συγκροτήθηκε και σύντομα ξεκίνησε το έργο της. Τα μέλη της είναι: Kurt Biedenkopf , Silvio Ferrari , Bronislaw Geremek , Arpad G ö ncz , John Gray , Will Hutton , Jutta Limbach , Krzysztof Michalski , Ioannis Petrou , Alberto Quadrio Curzio , Michel Rocard και Simone Veil.
Αποφασίσαμε να στρέψουμε την προσοχή μας σε συγκεκριμένα πεδία, που πιθανόν αποτελούν κεντρικά ζητήματα στη διαδικασία της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
-Ένα εξ αυτών είναι, βεβαίως, η διεύρυνση της Ένωσης ώστε να συμπεριλάβει τις χώρες της πρώην Σοβιετικής αυτοκρατορίας. Πώς θα μεταβάλει αυτή η διαδικασία τις συνθήκες της Ευρωπαϊκής αλληλεγγύης;
-Το ζήτημα των θρησκειών της Ευρώπης θεωρούμε ότι μπορεί να παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε αυτό το πλαίσιο. Αυτό το ζήτημα επρόκειτο να αποτελέσει το δεύτερο κύριο θέμα μας. Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στο ρόλο του Ισλάμ μέσα στην Ευρωπαϊκή δημόσια σφαίρα.
-Εάν ο στόχος μας είναι να προβληματισθούμε πάνω στην Ευρώπη ως γίγνεσθαι, δεν μπορούμε, φυσικά, να παραβλέψουμε το ζήτημα του ρόλου της Ευρώπης στον κόσμο. Ποιοι στόχοι δύνανται να αναδυθούν για την Ευρώπη από τη νέα της εικόνα, οι οποίοι μπορεί και να χρήζουν περαιτέρω διευκρίνισης; Είναι οι υπάρχοντες θεσμοί-σε Ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο- συμβατοί με αυτή τη νέα εικόνα; Ποιες επιλογές υπάρχουν ως προς τις σχέσεις που διαμορφώνονται μεταξύ της νέας Ευρώπης και των Άλλων μερών, ιδιαίτερα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής; Αυτά τα αλληλένδετα ζητήματα απετέλεσαν την τρίτη θεματική μας ενότητα.
Με την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ομάδα συναντήθηκε επανειλημμένα με εμπειρογνώμονες επί της κάθε θεματικής ενότητας. Επιπλέον, προκειμένου εξ αρχής να μετάσχει ενεργά όσο δυνατόν μεγαλύτερο ποσοστό του γενικού κοινού στις συζητήσεις μας, παρά να βρεθεί προ τετελεσμένου, η Ομάδα διεξήγαγε μια σειρά δημόσιων συζητήσεων σε διάφορες Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες: η πρώτη από αυτές (που διοργανώθηκε σε συνεργασία με το ίδρυμα Stefan Batory με έδρα στη Βαρσοβία) πραγματοποιήθηκε στη Βαρσοβία, στην οικία του Πολωνού Προέδρου, η δεύτερη (που διοργανώθηκε σε συνεργασία με το Σύνδεσμο Αυστριακών Βιομηχάνων) πραγματοποιήθηκε στο ανάκτορο του Πρίγκηπος Schwarzenberg στη Βιέννη, ενώ η τρίτη και η τέταρτη έλαβαν χώρα στο Παρίσι (σε συνεργασία με τη République des id é es και υπό την αιγίδα του Γάλλου Υπουργού Εξωτερικών Dominique de Villepin ) και το Βερολίνο (φιλοξενήθηκε από το Γερμανό ομόλογό του, Joschka Fischer ).
Οι πνευματικοί καρποί των συναντήσεων της Ομάδας και των δημοσίων συζητήσεων, παρουσιάστηκαν στα Γερμανικά στην εφημερίδα του IWM Transit - Europaeische Revue , τεύχη 26 και 27 ( Verlag Neue Kritik , Frankfurt a . M ., 2003/2004). Τα σχετικά άρθρα προετοιμάζονται για δημοσίευση στα Αγγλικά.
Ένα άλλο μέσο διάδοσης των ιδεών μας σε ευρύτερη μερίδα του Ευρωπαϊκού κοινού είναι τα άρθρα σε εφημερίδες που γράφτηκαν από τα μέλη της ομάδας μας, επάνω στα υπό συζήτηση θέματα. Αυτά δημοσιεύονται σε συνεργασία με το Project Syndicate , μια διεθνή μη-εμπορική ομάδα 223 αυτή τη στιγμή ημερησίων εφημερίδων στην Ευρώπη και εκτός. Δώδεκα από αυτά τα άρθρα έχουν δημοσιευτεί μέχρι στιγμής σε 49 εφημερίδες και 32 χώρες.
Ελπίζουμε τα αποτελέσματα της εργασίας της Ομάδας Προβληματισμού να δώσουν νέα ώθηση στη συζήτηση για τη νέα ένωση της Ευρώπης.
Krtzysztof Michalski
Περί της Διανοητικής, Πνευματικής και Πολιτιστικής Διάστασης της Ευρώπης
Συμπεράσματα
1. Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται τώρα αντιμέτωπη με τη μεγαλύτερη, ίσως, πρόκληση στην ιστορία της. Διευρύνεται -δραματικά δε- με περισσότερα από 70 εκατομμύρια άτομα να δικαιούνται να αποκτήσουν νέα Ευρωπαϊκά διαβατήρια εφέτος. Ταυτόχρονα με τη διεύρυνσή αυτή, η Ένωση επιχειρεί να μεταμορφωθεί σε μια νέα μορφή πολιτικής οντότητας, καθώς επαναπροσδιορίζεται μέσω της διαδικασίας σχεδιασμού και επικύρωσης ενός Συντάγματος.
Η επέκταση της Ένωσης, με δέκα νέα κράτη μέλη, προσθέτει στην Ένωση ανθρώπους οι οποίοι συχνά είναι πολύ φτωχότεροι και με τεράστιες πολιτιστικές διαφορές από την πλειοψηφία των πολιτών στα προηγούμενα κράτη-μέλη. Η μεγάλη πλειοψηφία αυτών των νέων πολιτών της Ε.Ε., πολλοί από τους οποίους υπέστησαν δεκαετίες υποταγής σε Κομμουνιστικά καθεστώτα, έχουν σκέψεις και αξίες ανεξίτηλα σημαδεμένες από εμπειρίες άγνωστες στους επί μακρόν πολίτες της Ε.Ε. Ως αποτέλεσμα, οι οικονομικές και πολιτιστικές διαφορές εντός της Ένωσης έχουν καταστεί αίφνης πολύ μεγαλύτερες και εντονότερες. Η συνταγματική διαδικασία για να ορισθεί η Ένωση με έναν πιο φιλόδοξο τρόπο, τροφοδοτεί αυτήν την ένταση σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό.
Αντιμέτωπη με την αυξανόμενη διαφορετικότητα και με τις δυσχέρειες της θέσπισης ενός πιο απαιτητικού είδους ενότητας , ποιες δυνάμεις θα μπορούσαν να κρατήσουν ενωμένη τη διευρυμένη, επαναπροσδιορισμένη Ευρωπαϊκή Ένωση; Ποιες ηθικές έννοιες, ποιες παραδόσεις, ποιοι στόχοι έχουν τη δυνατότητα να φέρουν κοντά τους διαφορετικούς κατοίκους της Ένωσης, εντός μία δημοκρατικής δομής, ενισχύοντας και στηρίζοντας με αυτό τον τρόπο το Ευρωπαϊκό σύνταγμα;
Προκειμένου να εξετασθούν τα ζητήματα αυτά, ο κ. Romano Prodi , Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όρισε ακαδημαϊκούς και πολιτικούς από διάφορες χώρες- μέλη της Ένωσης, ούτως ώστε να διαλογιστούν επί της πνευματικής και πολιτιστικής διάστασης μιας Ε.Ε. κατά τη διαδικασία διεύρυνσης – ιδιαιτέρως να εξετάσουν τη συνάφεια αυτής της διάστασης με τη συνοχή της επεκτεταμένης και επαναπροσδιορισμένης Ένωσης.
2. Μέχρι στιγμής η Ένωση έχει τεράστια επιτυχία. Έχει δημιουργήσει ανθεκτικούς δεσμούς που αποκλείουν το ενδεχόμενο ενός Ευρωπαϊκού εμφυλίου. Η Ένωση θέσπισε μια ζώνη ειρήνης εδραιωμένη στην ελευθερία, το κράτος δικαίου και την κοινωνική δικαιοσύνη . Εντός των κρατών μελών της η Ένωση επιτάχυνε τη διαδικασία ώστε να ξεπεραστούν οι οικονομικές επιπτώσεις του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, προάγοντας την ανοικοδόμηση και, αργότερα, την ανάπτυξη μίας ευμάρειας άνευ προηγουμένου ανά την Ευρώπη.
Η οικονομική ολοκλήρωση και η βαθμιαία κατάργηση των εθνικών οικονομιών, άνοιξαν το δρόμο προς αυτή την ειρηνική τάξη πραγμάτων. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Γαλλικός στρατός κατέλαβε τη Ρούρ προκειμένου να εμποδίσει μια αναβίωση της Γερμανικής βαριάς βιομηχανίας. Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Γάλλοι και οι Γερμανοί αποφάσισαν να συνενώσουν τις βιομηχανίες τους άνθρακα και χάλυβα. Έτσι, έβαλαν το θεμέλιο λίθο για μια βιώσιμη Ευρωπαϊκή ειρήνη.
3. Χρειαζόταν ισχυρή πολιτική βούληση των έξι ιδρυτικών κρατών για την πραγμάτωση αυτής της εξέλιξης, καθώς και για τη διατήρησή της. Μια τέτοια βούληση κατέστη δυνατή λόγω αρκετών παραγόντων που ενεθάρρυναν τη συγχώνευση: το βαθύτατο και εκτεταμένο σοκ του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου , η κλιμακούμενη απειλή από τη Σοβιετική Ένωση και ο οικονομικός δυναμισμός που προέκυψε από την ίδρυση του προδρόμου της Ένωσης, δηλ. την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ), και ενισχύθηκε περαιτέρω από την ενοποίηση των εθνικών οικονομιών.
4. Όσο ξεθώριαζαν οι μνήμες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και ο κίνδυνος σύγκρουσης μεταξύ της Ατλαντικής Συμμαχίας και της Σοβιετικής Ένωσης απομακρυνόταν, η εξέλιξη της ΕΟΚ σε Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τελικά σε Ευρωπαϊκή Ένωση, έφερε ακόμα περισσότερο στο προσκήνιο του οικονομικούς στόχους της Ένωσης. Η οικονομική ανάπτυξη, η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, η επέκταση και ενίσχυση των συστημάτων κοινωνικής προστασίας και η εξομάλυνση της κοινής αγοράς κατέστησαν προτεραιότητα.
Ωστόσο, δεδομένου του αυξανόμενου αριθμού των κρατών μελών, οι οικονομικές και κοινωνικές διαφορές διευρύνθηκαν, όπως και οι προσδοκίες των πολιτών της ΕΕ. Με τον καιρό, κατέστη όλο και πιο προφανές ότι η οικονομική ολοκλήρωση- ανεξαρτήτως της σημασίας της και των πολιτικών της επιπτώσεων- αδυνατούν να υποκαταστήσουν τις πολιτικές δυνάμεις που αρχικά προκάλεσαν την Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και συνοχή.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι στόχοι που διατυπώθηκαν πριν λίγα χρόνια από το Συμβούλιο της Λισσαβόνας – το να καταστεί η Ευρώπη η πιο ανταγωνιστική οικονομική περιοχή στον κόσμο μέχρι το 2010, να καθιερωθεί το ποσοστό εργατικού δυναμικού του πληθυσμού στο 70% και να επέλθει διαρκής ανάπτυξη, ευμάρεια και κοινωνική δικαιοσύνη- έχουν ουσιαστικά εξαφανισθεί από τη δημόσια συνείδηση. Όχι μόνο έχουν αυτοί οι στόχοι επισκιασθεί από τα γεγονότα, αλλά και δεν εξυπηρετούν στο να φέρουν τους Ευρωπαίους πιο κοντά. Δεν είναι σε θέση και δεν εδραιώνουν την εσωτερική συνοχή που είναι απαραίτητη για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ούτε, άλλωστε, οι οικονομικές δυνάμεις από μόνες τους μπορούν να παράσχουν συνοχή για οποιαδήποτε πολιτική ταυτότητα. Προκειμένου να λειτουργήσει ως βιώσιμο και εύρωστο πολίτευμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται ισχυρότερη θεμελίωση.
Δεν είναι σύμπτωση το γεγονός ότι η οικονομική ολοκλήρωση δεν είναι επαρκής για να κατευθύνει την Ευρωπαϊκή πολιτική μεταρρύθμιση. Η οικονομική ολοκλήρωση απλά δεν οδηγεί από μόνη της σε πολιτική ολοκλήρωση διότι οι αγορές δεν μπορούν να παραγάγουν μια πολιτικά ανθεκτική αλληλεγγύη. Η αλληλεγγύη - γνήσια έννοια της κοινωνίας των πολιτών - είναι ζωτική διότι ο ανταγωνισμός που κυριαρχεί στο χώρο της αγοράς προκαλεί ισχυρές φυγόκεντρες δυνάμεις. Οι αγορές μπορεί να δημιουργούν την οικονομική βάση ενός πολιτεύματος και, συνεπώς, αποτελούν απαραίτητο όρο για την πολιτική του συγκρότηση. Όμως, δεν μπορούν από μόνες τους να παραγάγουν πολιτική ολοκλήρωση και να παράσχουν συνταγματική υποδομή για την Ένωση.
Η αρχική προσδοκία ότι η πολιτική ενότητα της ΕΕ θα ήταν επακόλουθο της Ευρωπαϊκής κοινής αγοράς, απεδείχθη μια ουτοπία.
Πράγματι, η πρόσφατη συζήτηση περί μεταρρύθμισης του Συμφώνου Ανάπτυξης και Σταθερότητας της Ένωσης, καταδεικνύει για μια ακόμη φορά ότι η οικονομική ολοκλήρωση που σηματοδοτείται από την εισαγωγή του ευρώ, μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ως βάση της Ευρωπαϊκής ειρηνικής τάξης πραγμάτων μόνο εφ'όσον ακολουθήσει μια βαθύτερη πολιτική ολοκλήρωση εντός της Ένωσης. Νομισματική ένωση σημαίνει κοινή οικονομική πολιτική. Όταν όμως οι δυνάμεις συνοχής που βασίζονται σε κοινές οικονομικές επιτυχίες φθίνουν ή επισκιάζονται από τον εσωτερικό ανταγωνισμό, μια κοινή οικονομική πολιτική απαιτεί πολιτική ενοποίηση, δηλ. ένα επίπεδο εσωτερικής συνοχής η οποία να παραμένει αποτελεσματική ακόμα και όταν τα οικονομικά συμφέροντα αποκλίνουν.
Έτσι, η πολιτική ένωση της Ευρώπης χρειάζεται πολιτική συνοχή , μία πολιτικά εδραιωμένη κοινότητα ενωμένη με δεσμούς αλληλεγγύης . Τόσο το μέλλον της Ένωσης όσο και οι διαστάσεις της πολιτικής της ολοκλήρωσης θα κριθούν από το εάν αυτές οι πολιτικές δυνάμεις συνοχής είναι υπαρκτές, καθώς και από το κατά πόσον είναι επαρκείς σε κρίσιμους καιρούς.
5. Αναγνωρίζοντας αυτό, οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης οικειοθελώς άνοιξαν το δρόμο της πολιτικής ολοκλήρωσης. Η συνταγματική διαδικασία της Ένωσης εκφράζει την απόφαση αυτή. Όμως, ποιος βαθμός πολιτικής ολοκλήρωσης είναι απαραίτητος και πόσο πολιτικά ισχυρή θα πρέπει να γίνει η Ένωση; Για ποιό σκοπό χρειάζεται η Ένωση ευρεία ελευθερία πολιτικής δράσης ;
5.1. Κατά πρώτον, διότι μια οικονομική τάξη δεν εξελίσσεται ποτέ σε ένα περιβάλλον που στερείται αξιών. Χρειάζεται νομικό πλαίσιο και προστασία, την ανάπτυξη των απαραίτητων θεσμών και την καθιέρωση και εφαρμογή από το κράτος των προτύπων και των καθηκόντων που διαμορφώνονται και συμφωνούνται από το λαό. Μια αποτελεσματική και δίκαιη οικονομική τάξη πρέπει επίσης να ενσωματώνεται στα ήθη, τα έθιμα και τις προσδοκίες των ανθρώπων, καθώς και στους κοινωνικούς τους θεσμούς. Έτσι, ο τρόπος με τον οποίο η ευρύτερη Ευρωπαϊκή οικονομική περιοχή – η κοινή αγορά – βρίσκεται σε αρμονία με τις αξίες των Ευρωπαίων πολιτών, όσο διαφορετικές κι αν είναι, δεν αποτελεί αμιγώς ακαδημαϊκό πρόβλημα αλλά θεμελιώδες και πολιτικό ζήτημα. Η συνεχής ανάγκη να αντικατοπτρίζει η πολιτική έκφραση της Ευρώπης τις αξίες των πολιτών της Ευρώπης, είναι εξίσου σημαντική όσο και η ίδια η λειτουργία της κοινής αγοράς.
5.2. Δεύτερον, αυτό το έργο, του οποίου το πλήρες μέγεθος κατέστη προφανές με την ολοκλήρωση της κοινής αγοράς, απαιτεί πολιτικούς θεσμούς, με νομοθετικές, διοικητικές και δικαστικές λειτουργίες. Μόνο με την ανάπτυξη τέτοιων θεσμών (π.χ. μια δομή οικονομικής διακυβέρνησης ικανή να διαχειρίζεται τη νομισματική ένωση), και την εξασφάλιση της πολιτικής τους νομιμότητας, μπορεί να δημιουργηθεί μια βιώσιμη και εύρωστη πολιτική οντότητα. Η συνταγματική διαδικασία της Ένωσης και η συνεπακόλουθη υιοθέτηση της Ευρωπαϊκής συνταγματικής συνθήκης, θα παράσχει, όπως αναμένεται, μια διαρκή νομιμότητα για το θεσμικό πλαίσιο μιας πολιτικά συγκροτημένης Ευρώπης. Η συνταγματική συνθήκη έχει σκοπό να ορίσει την πολιτική ενότητα της Ένωσης.
5.3. Τρίτον, η Ένωση χρειάζεται επίσης ελευθερία πολιτικής δράσης, διότι αντιμετωπίζει μυριάδες νέων στόχων:
- αντιμετώπιση των επιπτώσεων της γήρανσης του πληθυσμού στην Ευρώπη
- διαχείριση, σε πολιτικό και νομικό επίπεδο, της επιθυμίας ανθρώπων από όλο τον κόσμο, να μεταναστεύσουν στην ΄Ενωση
- αντιμετώπιση της αύξησης των ανισοτήτων που απορρέουν από την αυξανόμενη μετανάστευση καθώς και τη διεύρυνση της Ένωσης
- τη διατήρηση της ειρήνης σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο.
6. Επομένως, πού θα βρεθούν οι δυνάμεις συνοχής για τη νέα πολιτική Ένωση, εάν τα κοινά συμφέροντα που παρήγαγε η οικονομική ολοκλήρωση δεν επαρκούν πλέον; Θεωρούμε ότι οι παλιές δυνάμεις που κινητοποίησαν την Ευρωπαϊκή ενοποίηση δεν έχουν πλέον επαρκή ισχύ ώστε να παράσχουν γνήσια πολιτική συνοχή, και ότι, συνεπώς, νέες πηγές ενεργείας θα πρέπει να αναζητηθούν και να ευρεθούν στον κοινό πολιτισμό της Ευρώπης.
Αυτό δε σημαίνει, βεβαίως, ότι οι δυνάμεις που λειτούργησαν μέχρι τώρα δε θα παίζουν ρόλο στο μέλλον. Αυτό όμως που έχει αλλάξει σήμερα, είναι η σχετική σημασία των υπαρχουσών δυνάμεων συνοχής και η σχετική συμβολή τους στη μελλοντική ενότητα της Ευρώπης. Ενώ οι παλιές δυνάμεις ολοκλήρωσης - επιθυμία για ειρήνη, εξωτερικές απειλές και οικονομική ανάπτυξη - χάνουν την αποτελεσματικότητά τους, ο ρόλος του κοινού Ευρωπαϊκού πολιτισμού - του πνευματικού παράγοντα της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης - αναπόφευκτα θα αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία ως πηγή ενότητας και συνοχής.
Συγχρόνως, η έννοια του Ευρωπαϊκού πολιτισμού θα πρέπει να κατανοηθεί καλύτερα και να καταστεί πολιτικά αποτελεσματική. Θα ήταν ανεπαρκές να συνταχθεί ένας απλός κατάλογος κοινών Ευρωπαϊκών αξιών για να χρησιμεύσει ως βάση της Ευρωπαϊκής ενότητας, ακόμα και εάν ο καταστατικός χάρτης των βασικών δικαιωμάτων που έχει συμπεριληφθεί στην συνταγματική συνθήκη της Ένωσης υποδεικνύει προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτό συμβαίνει επειδή κάθε απόπειρα κωδικοποίησης των «Ευρωπαϊκών αξιών» βρίσκεται αναπόφευκτα αντιμέτωπη με ποικίλες αποκλίνουσες ερμηνείες, εθνικού, περιφερειακού, εθνικιστικού, σχισματικού και κοινωνικού χαρακτήρα. Μια ποικιλία η οποία δεν μπορεί να εξαλειφθεί από μία συνταγματική συνθήκη, ακόμα και αν υποστηρίζεται από νομοθεσία και δικαστική ερμηνεία.
Εν τούτοις, παρά τις δυσκολίες ορισμού, χωρίς αμφιβολία υπάρχει ένας χώρος κοινού ευρωπαϊκού πολιτισμού: ποικιλία διαφορετικών παραδόσεων, ιδεωδών και επιδιώξεων, συχνά αλληλένδετων και ταυτόχρονα αντιφατικών μεταξύ τους. Αυτές οι παραδόσεις, τα ιδανικά και οι φιλοδοξίες μας φέρνουν πιο κοντά μέσα σε ένα κοινό πλαίσιο και μας κάνουν «Ευρωπαίους»: πολίτες και λαούς ικανούς για μία πολιτική ενότητα και επίσημο σύνταγμα, το οποίο όλοι θα αναγνωρίζουμε και θα βιώνουμε ως «Ευρωπαϊκό».
Ο κοινός Ευρωπαϊκός πολιτιστικός χώρος δε μπορεί να ορισθεί στενά, ούτε να περιορισθεί. Τα σύνορά του είναι απαραιτήτως ανοικτά, όχι εξαιτίας της άγνοιάς μας, αλλά για λόγους αρχής - επειδή ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός, στην πραγματικότητα η ίδια η Ευρώπη, δεν είναι ένα «γεγονός». Είναι έργο και διαδικασία.
Τι είναι ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός; Τι είναι η Ευρώπη; Αυτά είναι ζητήματα που πρέπει διαρκώς να τίθενται εκ νέου. Εφ' όσον η Ευρώπη έχει παρόν και όχι απλά παρελθόν, ποτέ δεν απαντώνται οριστικά. Η ταυτότητα της Ευρώπης είναι διαπραγματεύσιμη, από τους λαούς και τους θεσμούς της. Οι Ευρωπαίοι μπορούν και πρέπει να προσαρμόζονται οι ίδιοι καθώς και οι θεσμοί τους, έτσι ώστε οι Ευρωπαϊκές αξίες, παραδόσεις και αντιλήψεις της ζωής να μπορούν να επιβιώνουν και να είναι αποτελεσματικές. Συγχρόνως, η Ένωση και οι πολίτες της πρέπει να καταστήσουν τις αξίες τους ανθεκτικές, ως βάση της κοινής ταυτότητας μέσα από συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες.
Η Ευρώπη και η πολιτιστική της ταυτότητα, συνεπώς, εξαρτώνται από μια μόνιμη αντιπαράθεση με το νέο, το διαφορετικό, το πρωτόγνωρο. Επομένως το ερώτημα της Ευρωπαϊκής ταυτότητας θα απαντηθεί εν μέρει από τους νόμους για τη μετανάστευση και εν μέρει από τους υπό διαπραγμάτευση όρους εισδοχής νέων μελών. Ούτε οι νόμοι περί μετανάστευσης, ούτε και οι όροι εισδοχής μπορούν να προσδιορισθούν εκ των προτέρων επί τη βάσει καθορισμένων, στατικών ορισμών – όπως ο κατάλογος «Ευρωπαϊκών αξιών».
7. Εάν η Ευρώπη δεν είναι γεγονός, αλλά στόχος, δεν μπορούν να υπάρξουν ούτε καθορισμένα, άπαξ διά παντός Ευρωπαϊκά σύνορα, είτε εσωτερικά είτε εξωτερικά. Πρέπει μονίμως να τίθενται υπό επαναδιαπραγμάτευση και τα σύνορα της Ευρώπης. Επομένως, δεν είναι τα γεωγραφικά ή τα εθνικά σύνορα εκείνα που ορίζουν τον Ευρωπαϊκό πολιτιστικό χώρο - είναι αυτός που ορίζει τον Ευρωπαϊκό γεωγραφικό χώρο, ένα χώρο που είναι ανοικτός εξ ορισμού.
Αυτό επίσης σημαίνει ότι ο κοινός Ευρωπαϊκός πολιτιστικός χώρος δεν μπορεί να οριστεί σε αντίθεση με τους εθνικούς πολιτισμούς . Πολωνοί αγρότες και Άγγλοι εργάτες δεν πρέπει να αντιμετωπίζουν τον «Ευρωπαϊκό πολιτισμό» ως κάτι ξένο ή ακόμα και απειλητικό. Για τον ίδιο λόγο ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός δεν μπορεί να οριστεί σε αντίθεση με μία συγκεκριμένη θρησκεία (για παράδειγμα το Ισλάμ). Τι συγκροτεί το περιεχόμενο του «Ευρωπαϊκού πολιτισμού» δεν είναι φιλοσοφικό ερώτημα που μπορεί να απαντηθεί εκ των προτέρων, ούτε είναι ένα απλό ιστορικό ερώτημα. Είναι ένα ερώτημα που απαιτεί πολιτικές αποφάσεις οι οποίες επιχειρούν να επιδείξουν την σημασία της παράδοσης εν όψει μελλοντικών στόχων που πρέπει να αντιμετωπίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση.
8. Ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός, αυτός ο ανοιχτός χώρος ο οποίος πρέπει πάντα να επανακαθορίζεται, δεν καθιερώνει από μόνος του Ευρωπαϊκή ενότητα. Αυτή η ενότητα απαιτεί και μια πολιτική διάσταση και τις σχετικές αποφάσεις . Αλλά ο κοινός Ευρωπαϊκός πολιτισμός προσφέρει στην πολιτική την ευκαιρία να κάνει την Ευρώπη μια ενοποιημένη πολιτική οντότητα.
Η ενότητα της Ευρώπης, δεν είναι , ωστόσο, μόνο πολιτικό έργο . Η πολιτική μπορεί μονάχα να δημιουργήσει τις βασικές προϋποθέσεις για την Ευρωπαϊκή ενοποίηση. Η ίδια η Ευρώπη είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα πολιτικό οικοδόμημα Είναι ένα σύμπλεγμα – «κουλτούρα» – θεσμών, ιδεών και προσδοκιών, συνηθειών και συναισθημάτων, διαθέσεων, αναμνήσεων και προοπτικών, που διαμορφώνουν το συνεκτικό υλικό που δένει τους Ευρωπαίους μεταξύ τους και όλα αυτά μαζί είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο θα πρέπει να στηριχθεί το πολιτικό οικοδόμημα. Αυτό το σύμπλεγμα – που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε Ευρωπαϊκή κοινωνία των πολιτών - είναι ο πυρήνας της πολιτικής ταυτότητας. Ορίζει τις συνθήκες της επιτυχημένης Ευρωπαϊκής πολιτικής, καθώς και τα όρια της κρατικής και πολιτικής παρέμβασης.
Για να καλλιεργηθεί η συνοχή η οποία είναι απαραίτητη για την πολιτική ενότητα, η Ευρωπαϊκή πολιτική πρέπει να υποστηρίζει την εμφάνιση και ανάπτυξη μιας κοινωνίας των πολιτών στην Ευρώπη. Μέσω αυτών των θεσμών της κοινωνίας των πολιτών, ο κοινός Ευρωπαϊκός μας πολιτισμός μπορεί να γίνει πραγματικότητα. Αυτό όμως σημαίνει επίσης ότι η πολιτική και οι κρατικοί θεσμοί πρέπει να είναι σε θέση να αναγνωρίζουν τα όριά τους.
Αυτός ο αυτο-περιορισμός υπονοεί ότι η πολιτική κουλτούρα της Ευρώπης θα πρέπει να είναι συμβατή με την έννοια της κοινότητας που είναι ριζωμένη σε έναν κοινό Ευρωπαϊκό πολιτισμό. Για να αναφέρεται κανείς σε ένα κοινό Ευρωπαϊκό πολιτισμό και ιστορία ως βάση της πολιτικής ταυτότητας, οι Ευρωπαϊκοί πολιτικοί θεσμοί θα πρέπει να ανταποκρίνονται στις προσδοκίες που απορρέουν από την Ευρωπαϊκή πολιτιστική παράδοση. Συγκεκριμένα, η άσκηση της πολιτικής εξουσίας θα πρέπει να βασίζεται σε μια πειστική και διαφανή πολιτική ηγεσία, αντί να εκφράζεται ως γραφειοκρατική πράξη αμφισβητούμενης νομιμότητας. Η αποκέντρωση της δημόσιας συζήτησης και των διαδικασιών λήψης αποφάσεων είναι ιδιαίτερα σημαντική. Μόνο η αποκέντρωση, πράγματι, μπορεί να δικαιώσει την πολιτιστική ποικιλία και τον πλούτο μορφών κοινωνικής οργάνωσης που συγκροτούν την Ευρωπαϊκή κοινωνία των πολιτών.
9. Εάν οι χώρες της Ευρώπης πρόκειται να αναπτυχθούν μαζί σε μία βιώσιμη πολιτική ένωση, οι λαοί της Ευρώπης πρέπει να προετοιμαστούν για την Ευρωπαϊκή αλληλεγγύη . Αυτή η αλληλεγγύη πρέπει να είναι πιο δυνατή από την παγκόσμια αλληλεγγύη η οποία ενώνει (ή πρέπει να ενώνει) όλους τους ανθρώπους μεταξύ τους και η οποία αποτελεί τη βάση της ιδέας της ανθρωπιστικής βοήθειας.
Η Ευρωπαϊκή αλληλεγγύη - η προθυμία να βοηθά οικονομικά και να αφιερώνει κάποιος τη ζωή τους στους άλλους, επειδή είναι κι αυτοί Ευρωπαίοι - δεν είναι κάτι που επιβάλλεται άνωθεν. Πρέπει να είναι κάτι περισσότερο από θεσμική αλληλεγγύη. Πρέπει να γίνεται αισθητή από τους Ευρωπαίους ως άτομα. Όταν δεν υπάρχει ατομική αλληλεγγύη , η αλληλεγγύη θεσμικής βάσης δεν επαρκεί για την πραγμάτωση ενός πολιτεύματος.
Τις τελευταίες δεκαετίες, οι πνευματικές, οικονομικές και πολιτικές τάσεις – αλλά και η πρόοδος του ατομικισμού – έχουν οδηγήσει σε διάβρωση πολλών μορφών κοινωνικής αλληλεγγύης. Η κρίση του κράτους προνοίας μπορεί να ερμηνευθεί ως συνέπεια αυτής της εξέλιξης. Αυτή η διάβρωση μπορεί επίσης να διαπιστωθεί στο πλαίσιο της πρόσφατης διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης: απεικονίζεται στην σημαντικά μειωμένη προθυμία – σε σύγκριση με προηγούμενες διευρύνσεις – των πολιτών των παλαιότερων κρατών μελών να προσφέρουν οικονομική και πολιτική βοήθεια στους νεοεισερχόμενους.
Η ενίσχυση της πανευρωπαϊκής αλληλεγγύης είναι ένας από τους σημαντικότερους μακροπρόθεσμους στόχους της Ευρωπαϊκής πολιτικής. Στην προσπάθειά μας να επιτύχουμε το σκοπό αυτό, δε θα πρέπει να κοπιάζουμε έχοντας την πλάνη ότι η ανάγκη για αλληλεγγύη μπορεί να ικανοποιηθεί μόνον από θεσμικά μέτρα. Μάλλον όλα τα θεσμικά μέτρα θα πρέπει να υποστηρίζονται από την προθυμία του πληθυσμού να επιδεικνύει το δικό του πνεύμα αλληλεγγύης. Είναι, επομένως, σημαντικό να δοθεί στην αλληλεγγύη μια ενεργή και προοδευτική, παρά μια παθητική και οπισθοδρομική διάσταση : πρέπει να την ορίσουμε στα πλαίσια των νέων κοινών στόχων που θα πρέπει να πραγματοποιήσει η Ευρώπη, και όχι σε σχέση με τα επιτεύγματα του παρελθόντος στο μοίρασμα του πλούτου μας με τα υπάρχοντα μέλη της Ένωσης.
10. Μια ιδιαίτερη πρόκληση για την Ευρωπαϊκή αλληλεγγύη προκύπτει από την επέκταση της Ένωσης σε χώρες που προηγουμένως αποτελούσαν τη Σοβιετική αυτοκρατορία. Ο τρόπος κατά τον οποίο θα αντιμετωπίσουμε την πρόκληση αυτή θα είναι αποφασιστικός για το μέλλον της Ευρώπης.
Πώς θα αλλάξει αυτή η διεύρυνση τις συνθήκες Ευρωπαϊκής αλληλεγγύης; Τι έχουν να προσφέρουν τα νέα μέλη; Θα είναι, όπως πολλοί φοβούνται, αυτοί που θα χαλάσουν το ευχάριστο κλίμα, θα καθυστερήσουν ή ακόμα και θα σταματήσουν τη διαδικασία εκδημοκρατισμού της Ένωσης – πληγωμένοι από τον ολοκληρωτισμό και χωρίς ισχυρή παράδοση Διαφωτισμού; Θα αποθαρρύνουν μία κοινή Ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική – λόγω της ιστορικής και στρατηγικής τους εγγύτητας στις Ηνωμένες Πολιτείες; Ή μήπως τα νέα μέλη δεν θα εκθέσουν μόνον την Ένωση σε νέους κινδύνους αλλά θα της προσφέρουν και νέες ευκαιρίες;
Το 1989 σηματοδότησε την είσοδο της Ευρώπης σε μια νέα εποχή. Δεν σήμανε μόνο τη διεύρυνση της Ευρώπης προς την πρώην Κομμουνιστική Ανατολή. Εμπλούτισε, επίσης, την Ευρώπη. Για το λόγο αυτό τα νέα μέλη, παρά την οικονομική αδυναμία τους, θα πρέπει να γίνουν αποδεκτά ως ισότιμοι εταίροι εντός της Ένωσης. Θα πρέπει να τους δοθεί η δυνατότητα να διαμορφώσουν την νέα ένωση μαζί με τα παλαιότερα μέλη. Αλλά θα πρέπει επίσης να αναζητήσουμε άλλους δεσμούς, το Ευρωπαϊκό πρόσωπο των παραδόσεων και εμπειριών τους.
Το ότι δόθηκε μια ιστορική ευκαιρία αναγέννησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση το1989, οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στις λαϊκές επαναστατικές εξεγέρσεις στην Ανατολική Ευρώπη που ήταν υπό Κομμουνιστικό καθεστώς. Οι επαναστάσεις στην Ανατολική Ευρώπη απέδειξαν την ισχύ της αλληλεγγύης της κοινωνίας των πολιτών. Είναι η καλύτερη απόδειξη ότι ένας πραγματικός πολιτικός ρεαλισμός πρέπει να υπολογίζει την ύπαρξη αυτών των δεσμών – και όχι μόνο εκείνα τα συμφέροντα που έχουν κατοχυρωθεί με «πραγματικά υπαρκτούς» πολιτικούς θεσμούς.
11. Κατά την αναζήτηση δυνάμεων ικανών να εδραιώσουν συνοχή και ταυτότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το ερώτημα για το δημόσιο ρόλο των Ευρωπαϊκών θρησκειών είναι ιδιαίτερα σημαντικό.
Κατά τους τελευταίους αιώνες, οι Ευρωπαϊκές δημοκρατικές κοινωνίες, μαθαίνοντας από τραγικές εμπειρίες, έχουν αποπειραθεί να απομακρύνουν τη θρησκεία από την πολιτική σφαίρα. Η θρησκεία θεωρείτο, ενίοτε δικαιολογημένα, παράγων διχασμού και όχι συμφιλίωσης. Αυτό μπορεί να ισχύει ακόμα και σήμερα. Αλλά οι Ευρωπαϊκές θρησκείες έχουν επίσης τη δυνατότητα να φέρνουν κοντά τους ανθρώπους στην Ευρώπη, αντί να τους διχάζουν.
Θεωρούμε ότι η παρουσία της θρησκείας στο δημόσιο βίο δεν μπορεί να ανάγεται μόνο στον δημόσιο ρόλο των εκκλησιών ή την κοινωνική συνάφεια εκπεφρασμένων θρησκευτικών απόψεων. Οι θρησκείες εδώ και καιρό αποτελούν αναπόσπαστη συνιστώσα των διαφόρων πολιτισμών που βρίσκονται στην Ευρώπη. Δραστηριοποιούνται «κάτω από την επιφάνεια» των πολιτικών και κρατικών θεσμών. Επίσης έχουν επίδραση στην κοινωνία και στα άτομα. Το αποτέλεσμα είναι μία νέα αφθονία μορφών θρησκείας συνυφασμένων με πολιτιστικές έννοιες.
Ακόμα και στην Ευρώπη, όπου ο εκσυγχρονισμός και η εκκοσμίκευση φαίνονται να συμπορεύονται, ο δημόσιος βίος χωρίς θρησκεία είναι αδιανόητος. Η δύναμη των θρησκειών της Ευρώπης, η οποία καλλιεργεί την κοινότητα, πρέπει να υποστηριχθεί και να χρησιμοποιηθεί εκ μέρους της συνοχής στη νέα Ευρώπη. Ωστόσο, οι κίνδυνοι που υπάρχουν δεν πρέπει να αγνοηθούν. Αυτοί περιλαμβάνουν μία πιθανή εισβολή των θρησκευτικών θεσμών στο δημόσιο βίο, καθώς και την απειλή να χρησιμοποιηθεί πιθανόν η θρησκεία ως αιτιολογική βάση για εθνικιστικές διαμάχες. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι πολλές διαμάχες που εμφανίζονται ως θρησκευτικές έχουν πολιτικά ή κοινωνικά αίτια, και ότι μπορούν να επιλυθούν με κοινωνικά μέτρα πριν αποκτήσουν θρησκευτική χροιά.
Τα ζητήματα ως προς το δημόσιο ρόλο της θρησκείας στην Ευρώπη πρόσφατα επανήλθαν στην επικαιρότητα λόγω των Βαλκανικών πολέμων, της μετανάστευσης Μουσουλμάνων στην Ευρώπη, και (λιγότερο δραματικά μέχρι στιγμής) λόγω της προοπτικής ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε. Σε σχέση με όλα αυτά, το ερώτημα ως προς την πολιτική συνάφεια του Ισλάμ έρχεται στο προσκήνιο .
Είναι όντως δύσκολο να αρνηθούμε ότι η αυξανόμενη παρουσία διαφόρων μορφών του Ισλάμ στον Ευρωπαϊκό δημόσιο χώρο παρουσιάζει νέες ευκαιρίες και νέους κινδύνους για την Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Πιθανώς θέτει υπό αμφισβήτηση τις υπάρχουσες κυρίαρχες ιδέες για τον Ευρωπαϊκό δημόσιο χώρο. Ακόμη και μεταξύ των Ευρωπαίων Μουσουλμάνων υπάρχει η τάση να διαχωρίζουν τη θρησκεία τους από τα συγκεκριμένα πολιτιστικά και κοινωνικά πλαίσια της πατρίδας τους– με ενδεχομένως επικίνδυνες συνέπειες. Ωστόσο, ο μόνος εφικτός τρόπος για την επίλυση των προβλημάτων που απορρέουν από το Ισλάμ στην Ευρώπη είναι η κατανόηση των συνεπειών της μεταφύτευσης του Ισλάμ σε Ευρωπαϊκό πλαίσιο, και όχι η κατά μέτωπο αντιπαράθεση ανάμεσα στις αφηρημένες έννοιες της «Χριστιανικής Ευρώπης» και το «Ισλάμ» .
12. Ποιες είναι οι επιπτώσεις της πνευματικής και πολιτιστικής έννοιας της Ευρώπης για το ρόλο της Ευρώπης στον κόσμο; Στο βαθμό που η Ευρώπη αναγνωρίζει τις αξίες που ενυπάρχουν στους κανόνες οι οποίοι σφυρηλατούν την Ευρωπαϊκή ταυτότητα, επί τη βάσει των ιδίων αυτών αξιών, οι Ευρωπαίοι δεν θα μπορούν παρά να αναγνωρίσουν το καθήκον αλληλεγγύης προς τους μη- Ευρωπαίους . Αυτή η παγκοσμίως ορισμένη αλληλεγγύη επιβάλλει στην Ευρώπη την υποχρέωση να συμβάλει, ανάλογα με τις δυνάμεις και τις δυνατότητές της, στη διασφάλιση της ειρήνης ανά τον κόσμο και στην καταπολέμηση της φτώχειας. Ωστόσο, παρά αυτό το παγκόσμιο κάλεσμα, καμία δικαιολογία δεν υπάρχει για την απόπειρα επιβολής, πιθανώς με τη βοήθεια θεσμών κοινής Ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής άμυνας, οποιουδήποτε συγκεκριμένου καταλόγου αξιών σε άλλους λαούς.
Το θεμελιώδες δίλημμα της Ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής αποτελεί μια ένταση μεταξύ της λογικής της ειρήνης και της λογικής της συνοχής. Η Ευρώπη θεωρεί τον εαυτό της και ως ζώνη ειρήνης και ως κοινότητα αξιών. Αυτό το δίλημμα δεν μπορεί να επιλυθεί εκ των προτέρων. Δεν υπάρχει ουσία της Ευρώπης, ούτε και συγκεκριμένος κατάλογος Ευρωπαϊκών αξιών. Δεν υπάρχει «πεπερασμένο» στη διαδικασία της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Η Ευρώπη είναι ένα έργο του μέλλοντος. Με κάθε απόφαση, όχι μόνο η ζώνη ειρήνης της, οι θεσμοί της, η πολιτική, οικονομική και κοινωνική τάξη της, αλλά και η ίδια της η ταυτότητα και ο αυτοπροσδιορισμός της τίθενται υπό αμφισβήτηση και επανεξέταση. Ουσιαστικά αυτό ίσχυε πάντα στην ιστορία της Ευρώπης. Η ικανότητα της Ευρώπης για συνεχή αλλαγή και ανανέωση ήταν και παραμένει η πιο σημαντική πηγή επιτυχίας της, καθώς και του μοναδικού της χαρακτήρα. Αυτή η πηγή πρέπει να αναγνωρίζεται πάντα εκ νέου και να της προσδίδεται θεσμική μορφή: μέσω της Ευρωπαϊκής πολιτικής, μέσω της κοινωνίας των πολιτών και μέσω της δύναμης του Ευρωπαϊκού πολιτισμού. Τελικά, τα πάντα συνηγορούν στο εξής: θα πρέπει να διατηρήσουμε και να αξιοποιήσουμε την Ευρωπαϊκή μας κληρονομιά και να μην επιτρέψουμε να χαθεί.
ΜΕΛΗ
Kurt Biedenkopf
Πρωθυπουργός της Σαξονίας (1990 – 2002), Γερμανία
Silvio Ferrari
Καθηγητής Σχέσεων Θρησκείας και Κράτους, Πανεπιστήμιο Μιλάνου, Ιταλία
Bronislaw Geremek
Καθηγητής Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, Κολέγιο της Ευρώπης, Πολωνία
Arpad G ö ncz
Συγγραφέας και μεταφραστής, Πρόεδρος της Ουγγαρίας (1990 – 2000), Ουγγαρία
John Gray
Καθηγητής Ευρωπαϊκής Σκέψης, Σχολή Οικονομικών του Λονδίνου, Ηνωμένο Βασίλειο
Will Hutton
Διευθυντής του Ιδρύματος Εργασίας, Ηνωμένο Βασίλειο
Jutta Limbach
Πρόεδρος του Ινστιτούτου Γκαίτε, τέως Πρόεδρος του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, Καθηγητής Νομικής, Γερμανία
Krzysztof Michalski ( Πρόεδρος )
Καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Βαρσοβίας και του Πανεπιστημίου της Βοστόνης, Πρύτανης του Ινστιτούτου Ανθρωπιστικών Επιστημών στη Βιέννη
Ιωάννης Πέτρου
Καθηγητής Κοινωνιολογίας και Κοινωνικής Ηθικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Ελλάδα
Alberto Quadrio Curzio
Καθηγητής Οικονομικών και Κοσμήτορας της Σχολής Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Cattolica στο Μιλάνο, Ιταλία
Michel Rocard
Ευρωβουλευτής, Πρόεδρος της Επιτροπής Πολιτισμού, Νεολαίας, Παιδείας, ΜΜΕ και Αθλητισμού, Πρωθυπουργός της Γαλλίας (1988 – 1991), Γαλλία
Simone Veil
Μέλος του Γαλλικού Συνταγματικού Συμβουλίου, Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (1979 – 1982), Γαλλία
Giulia Amaducci (Συντονίστρια)
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Γενική Διεύθυνση Έρευνας
Jean-Claude Eeckhout
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ειδικός σύμβουλος του Προέδρου Prodi
Sandro Gozi ( Συντονιστής )
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Πολιτικός Σύμβουλος του Προέδρου Prodi
Αυτές οι παρατηρήσεις δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

|